To Ζεϊμπέκικο της βαλίτσας

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω... 
τη βαλίτσα να σου πάρω...
(παράφρασις λαϊκού άσματος)

Οι “βαλιτσάνθρωποι” του Δημήτρη Τζάνη αποτελούνται απο μιά ατέρμονη σειρά πινάκων και σχεδίων που απεικονίζουν ανθρωπάκια με όλα τα χαρακτηριστικά του “ατόμου” και της “μάζας”. Όντα με δυσδιάκριτες φυσιογνωμίες που κινούνται αδέξια στο χώρο με μιά κίνηση νευρική, σπασμωδική, αγχώδη, ασύμμετρη. Δεν διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, δεν φαίνεται να θυμώνουν, να δυσανασχετούν, να χαμογελούν η να δείχνουν οποιοδήποτε συναίσθημα, απλώς αποτυπώνουν ένα “αλλού”. Το “αλλού” μιάς πλήρους απορρόφησης απο ένα στόχο η ένα προορισμό που υποδηλώνεται χωρίς όμως να προσδιορίζεται με σαφήνεια η να παραπέμπει κάπου ρητά.
Στις προηγούμενες εκθέσεις του Δ. Τζάνη διάφορα αντικείμενα-accessoires ή στοιχεία του ντεκόρ μας επέτρεπαν να συνδέσουμε τα παλαιομοδίτικα ανθρωπάκια και τις βαλίτσες τους με αμυδρές αναφορές σε κοινωνικές και πολιτικές “ιστορικότητες” της νεοελληνικής και παγκόσμιας περιπέτειας της νεωτερικότητας (προσφυγιά, εμφύλιος, μετανάστευση, έξοδος, εκβιομηχάνιση, ανολοκλήρωτοι μοντερνισμοί κ.α.). Αντίθετα στην νέα του έκθεση όλες οι παραπάνω υπομνήσεις μοιάζουν να χάνονται, να εκλείπουν ή να περνούν σε μιά λανθάνουσα κατάσταση. Οι άνθρωποι είναι πιό μόνοι τους “επί σκηνής”, εσωστρεφείς, στροβιλιζόμενοι υπαρξιακά σ’ ενα απροσδιόριστο πεδίο, πάντα του “μέσα”, του “έσω-χώρου”. Οι πίνακές του, θραύσματα παρτιτούρας μουσικής δωματίου γιά “θέατρο δωματίου” όπου ακόμα και το ντεκόρ-φύση όταν παραπέμπει στο έξω, δε μας ξεγελά οτι προκειται για καρικατούρα ταπετσαρίας τοίχου.
Σκέφτομαι αυτές τις φιγούρες σαν φυλακισμένους που μέσα στον περιορισμένο χώρο του αόρατου κελλιού τους αναπαριστούν κινήσεις, δρώμενα και κοσμικές τελετουργίες μ’ αυτή τη χαρακτηριστική αδυναμία να ξεδιπλωθούν, να ξεφύγουν και να ολοκληρώσουν την,  έστω, ελλειπτική κίνηση τους, όπως στο ζεϊμπέκικο της συμφοράς, όπου αόρατα όρια παρεμποδίζουν και μεταστρέφουν τους χορευτές. Και εμείς πού είμαστε; Αν η παραπάνω σκέψη είναι σωστή, όλοι εμείς επέχουμε θέση δεσμοφυλάκων που εποπτεύουμε, θεωρούμε και παρατηρούμε μέσα όμως απο την κλειδαρότρυπα μιάς camera-obscura (σκοτεινός θάλαμος), την πορεία μιάς τεθλασμένης γραμμής φωτός που κατασκευάζει αυτή την ανεστραμένη προοπτική γεωμετρία. Οι μυστηριώδεις βαλίτσες του,  σ’ αυτή την έκθεση, έχουν νικήσει τη δύναμη της βαρύτητας, δυσανάλογα μεγάλες και δυσανάλογα πανάλαφρες μοιάζουν να έχουν εξατμίσει το περιεχόμενο βάρος τους σαν να μετέφεραν ένα ασυσκεύαστο υγρό που χύθηκε στο στερέωμα μέσα απ’τους πόρους τους. Προσωπικά με κάνουν να σκέφτομαι “το κιβώτιο” του  Άρη Αλεξάνδρου η μιά προσομοίωση του Albert Camus στο “Μύθο του Σίσσυφου”. Τα ανθρωπάρια κουβαλούν αενάως τη συνείδηση τους εν είδει πραμάτιας σε ταξίδι και διαμετακόμιση σε μιά ιστορία που χάσαμε την αρχή της και δέν μπορούμε, εκ’ των προτέρων, να ξέρουμε το τέλος της. Είναι άραγε μια συνείδηση που “βγαίνει απ’ έξω” για να ριχτεί στο παλαιοπωλείον τις ιστορίας.
Όλες οι μορφές του είναι μισογυνικές και παραπέμπουν σε ανδρικά κακέκτυπα. Η γυναίκα απουσιάζει όπως και η όποια αναφορά στη θηλυκότητα, το ερωτικό ή το ναρκισσιστικό στοιχείο. Να υποθέσουμε οτι είναι κάτι που δεν είναι ακόμα “ορατό” και πρέπει να το περιμένουμε στο μέλλον;
Οι συμβολικές φιγούρες  του Δ. Τζάνη μοιάζουν να μας προκύπτουν απο την μεγάλη έκρηξη (Big bang) ενός γιγάντιου comic που τις εκσφενδόνισε ως εμάς χωρίς να μπορούμε ν’ ανασυστήσουμε αυτό που μας αφηγούνται. Τα χρώματά του είναι έντονα, καθαρά και φωτεινά μέσα στη σκούρα και σκοτεινή συνδιαστική επιλογή του.
Πιστέυω πως στην σειρά των εκθέσεων, με παραπλήσια θεματική, που πραγματοποίησε ξεκινώντας απο το “Transit”, “Deposit”... ως την σημερινή με τον τίτλο “Stasis”, υπάρχει μιά βασανιστική εξέλιξη και μιά ολοκλήρωση τόσο της εικαστικής μορφής όσο και του περιεχομένου που σπρώχνει τη δουλειά του σ’ ένα αξεπέραστο οριακό σημείο.
Παρά το παιχνίδι τις γλωσσοπλασίας που επιχειρεί νομίζω οτι το “Stasis”, εδώ, θα σήμαινε περισσότερο “Stop” και πάμε παρακάτω η καλύτερα αλλού. Δεν μπορούμε να μην παρασυρθούμε, παρ’ όλα αυτά, στο γλωσσικό του παιχνίδι κάνοντας το “στάσις” ένα πυρήνα που σχάται για να φτιάξει μιά σειρά απο παράγωγα όπως : “διάστασις”, “μετάστασις”, “κατάστασις”, “απόστασις”, “ανάστασις”, “αντίστασις” η “επανάστασις”.
Τέλος ο ερμητικός εξπρεσιονισμός του Δ. Τζάνη που παραπέμπει εικαστικά στις μεγάλες καλλιτεχνικές γλώσσες του μεσοπολέμου του εικοστού αιώνα με τα παλαιά ρομαντικά δάνεια που χρησιμοποιεί έχει κάτι, που  έρχεται από ένα κλωνοποιημένο Matrix του αβέβαιου μέλλοντος μας.       

                                                                                           Γιώργος Νικολακάκης
                                                                                           Πανεπιστήμιο Κρήτης











































33X33 cm, oil on canvas































20X20 cm, oil on canvas